Όπως είναι γνωστό και διαπιστωμένο, στην Ελλάδα, πρώτα προκαλούμε την τύχη μας με αυτά που κάνουμε ή με αυτά που δεν κάνουμε και μετά «τρέχουμε» να …σωθούμε.
Η υπόθεση Χορευτάκη, με τις διαστάσεις που λαμβάνει καθημερινά, κατέδειξε με τον πλέον δραματικό τρόπο, αυτό που φωνάζουν όλοι οι πολίτες χρόνια τώρα και παραδέχονται οι εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε: Ότι το σωφρονιστικό σύστημα είναι διάτρητο, έχοντας ξεφύγει έτη φωτός από την αποστολή του.
Η ίδια η μητέρα του δράστη, μέσω της παρουσίας της σε Αθηναϊκό τηλεοπτικό σταθμό, ομολόγησε ότι κάθε μέρα που περνούσε ο γιος της στη φυλακή, γινόταν χειρότερος. Και όταν κάποιοι του έδωσαν την ευκαιρία να ζήσει ξανά με τη γυναίκα του – που τον περίμενε 11 χρόνια – και με το 13χρονο παιδί του, αντί να προσπαθήσει να στήσει από την αρχή τη ζωή του, αυτός επέλεξε τον δρόμο που είχε μάθει πίσω από τα σίδερα. Γιατί αυτά μαθαίνουν εκεί. Πώς να κάνουν καλύτερη σταδιοδρομία στο έγκλημα.
Κάποιοι θα γυρίσουν υποκριτικά και – χάριν δημοσιότητας – θα σπεύσουν να εξαγγείλουν μέτρα, αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στον κόσμο των φυλακών. Και για άλλη μια φορά, τα λόγια θα μείνουν λόγια. Κανείς δεν πρόκειται να κάνει το παραμικρό, γιατί τα κυκλώματα που δρουν και λυμαίνονται το σωφρονιστικό σύστημα είναι παντοδύναμα και αδυσώπητα.
Ήταν κοινό μυστικό στην περιοχή όπου διέμενε η οικογένειά του 30χρονου δράστη. «Αλλοίμονο» – έλεγαν οι συγχωριανοί του – «σε όποιον βρεθεί στο δρόμο του». Ήταν ο Μανώλης ο Χορευτάκης, ένα παλικάρι 21 ετών, που βρέθηκε στον δρόμο του και πλήρωσε με τη ζωή του, ένα χαμένο σουβλάκι. Θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε άλλος πολίτης, τολμούσε απλά να κοιτάξει στα μάτια αυτόν τον άνθρωπο.
Και εδώ είναι που έρχεται να κάνει την εμφάνισή του ο «νόμος της σιωπής». Πολλοί έβλεπαν αυτό που ερχόταν, κανείς όμως δεν προσπάθησε να το σταματήσει. Κάπως έτσι δεν συνέβη και με την υπόθεση του Στάθη Λαζαρίδη; Στόματα ερμητικά κλειστά, «κουκούλωσαν» τους πραγματικούς
ενόχους και τους άφησαν το περιθώριο να συνεχίσουν τη δράση τους. Να όμως που ο ίδιος αυτός «νόμος», στάθηκε η αιτία να αμαυρωθεί μια ολόκληρη περιοχή, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες. Ο περιβόητος αυτός άγραφος νόμος, είναι υπεύθυνος για πολλά που έχουν συμβεί και για πολύ περισσότερα που θα ακολουθήσουν στο μέλλον…
Είναι όμως και κάτι άλλο. Αυτό που λέμε «προσωπικά δεδομένα». Ο 30χρονος σήμερα δράστης, πριν από 12 χρόνια σκότωσε άλλον ένα άνθρωπο. Πότε αποκαλύφθηκε το όνομά του; Πότε είδαμε τη φωτογραφία του; Πριν από τέσσερις ημέρες μαχαίρωσε έναν ακόμη άνθρωπο. Ποιος μας είπε το όνομά του; Ποιος μας έδειξε μια φωτογραφία του; Δηλαδή, αυτά τα «προσωπικά δεδομένα», ποιον προστατεύουν, ή καλύτερα ποιον θα πρέπει να προστατεύσουν; Ένα φονιά, ένα βιαστή, ή την κοινωνία συνολικότερα;
Μάλλον σ΄ αυτόν τον τόπο ψάχνουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Αποφυλακίζονται σε δέκα χρόνια, άνθρωποι που έχουν καταδικαστεί ισόβια και μάλιστα με πιστοποιητικό καλήςδιαγωγής! Όλοι βλέπουν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι δημόσιος κίνδυνος και κανείς δεν μιλά. Κανείς δεν μαθαίνει το όνομά του και δεν βλέπει το πρόσωπό του.
Θα κλείσω την σημερινή μου στήλη, με μια ποιητική σύνθεση, που έστειλε στην εφημερίδα ο αναγνώστης μας κ. Κωστής Καλλέργης από το Ρέθυμνο, η οποία – θεωρώ – ότι αντικατοπτρίζει ανάγλυφα τη δυσάρεστη πραγματικότητα:
Αποφυλακίσεις
Όλοι μιλούν για το φονιά πως είναι αλητεία!
Μα ο μεγάλος ένοχος είναι η Πολιτεία!
Ισόβια το φονικό, όταν δεν τιμωρείται!
Ένα μαχαίρι σ’ όλους μας πάνω θα αιωρείται!
Πως τον εψυχοπόνεσαν κι ετούτον οι Εφέτες;
Και του ‘δωσαν το λεύτερο να μας σε κόψει φέτες;
Τρελή αποφυλάκιση μ’ εφαρμογή του Νόμου!
Κράτος μ’ αντανακλαστικά υπέρ του κάθε βρώμου!
Κράτος με επιείκεια, υπέρ του κάθε αλήτη,
που αδιαφορεί για τις πληγές του άτυχου πολίτη…
Τους Νόμους της Πατρίδας μας, δεν τους καταλαβαίνεις,
«σκοτώνεις», «τρως ισόβια»… μα εντός ολίγου βγαίνεις!
Να την δεχτώ την εκδοχή, που φέρνει νέα ήθη,
όξω να είναι οι φυλακές, ανάμεσα στα πλήθη!
Μα μια γραφή στο κούτελο κάθε κακούργος να ‘χει
κι ας τους αφήνουν ρέμπελους, άδικο να τους λάχει!
Υ.Γ.
Το θάνατο του φοιτητή, στο Ρέθυμνο θρηνούμε,
για τους γονείς παρηγοριά απ’ το Θεό ζητούμε!